Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΓΛΩΣΣΑ - Champollion, o πατέρας της Αιγυπτιολογίας και η αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών


Η σελίδα 6 από τον πρώτο τόμο της Description de l´Egypte

Mια από τις πιο παράξενες συνέπειες των ναπολεόντειων περιπετειών ήταν το ότι τράβηξαν την προσοχή φιλοπερίεργων πνευμάτων για την αιγυπτιακή Εγγύς Ανατολή. Μπορεί να πει κανείς, χωρίς υπερβολή, πως η νέα ανακάλυψη της αρχαίας Αιγύπτου χρονολογείται από την Περιγραφή της Αιγύπτου (Description de l’Egypte) που δημοσίευσαν το 1809 τα μέλη του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος του 1798. Το θαυμαστό αυτό έργο έφερε καινούργιο υλικό την ίδια στιγμή που το ρομαντικό κίνημα έμελλε να ξαναφέρει στη μόδα την κλίση για το παρελθόν και την Ανατολή. Δεν είναι τυχαίο που ο Delacroix, o Byron, o Lamartine, για να αναφέρουμε μόνον αυτούς, είναι σύγχρονοι του Champollion και τους τράβηξε, όπως κι αυτόν, η Ανατολή. Εννοείται, βέβαια, πως δεν αρκούσε το ότι οι περιστάσεις ήταν ευνοικές και το ότι η θαυμάσια και υπομονετική εργασία των επιστημόνων της γαλλικής Αποστολής της Αιγύπτου είχε συναθροίσει όλο το αναγκαίο για την ανακάλυψη υλικό. Χρειαζόταν και η μεγαλοφυία. Την απαραίτητη αυτή σπίθα διέθετε ο Champollion. Από τη νεαρή του ηλικία παθιάζεται για την Αίγυπτο. Μαθαίνει με μανία καθετί που μπορεί, ακόμη κι από μακριά, να κατευνάσει το πάθος που τον βασανίζει: να γνωρίσει την ιστορία της Αιγύπτου. Η κλασική του κατάρτιση του επέτρεπε να έχει πρόσβαση στις ελληνικές και λατινικές πηγές. Σ’αυτήν προσθέτει με διαρκή μόχθο, εξειδικευμένες γνώσεις που τις θεωρεί χρήσιμες: τον 17ο αιώνα ένας Ιησουίτης, ο πατήρ Kircher, απέδειξε πως τα κλασικά αιγυπτιακά επιβίωσαν μέσα στα κοπτικά, γλώσσα που τη μιλούσαν ακόμα στον καιρό του οι μοναχοί της Αιγύπτου (οι μοναχοί θα εξακολουθήσουν να τη χρησιμοποιούν ως τον 19ο αιώνα). Ο Champollion μαθαίνει, λοιπόν, τα κοπτικά, προσθέτει σε αυτά τη μελέτη των αραβικών, των εβραικών: μήπως η Αίγυπτος δεν κατέχεται από έναν αραβόγλωσσο πληθυσμό; Μήπως η Βίβλος δεν είναι μία από τις μεγάλες πηγές της ιστορίας της Αιγύπτου; Για να προσφέρει περισσότερα, προσθέτει σ’αυτά τη μελέτη των συριακών, των αιθιοπικών, των «χαλδαικών» (αραμαικών). Είναι, στο εξής, εξοπλισμένος για να προσεγγίσει το κύριο πρόβλημα : την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών.
Κάποιος Γάλλος αξιωματικός του Βοναπάρτη είχε ανακαλύψει στο Δέλτα του Νείλου έναν ογκόλιθο από μαύρο βασάλτη, χαραγμένο μ’ένα κείμενο γραμμένο σε τρεις διαφορετικές γραφές. Ο ογκόλιθος αυτός, γνωστός με την ονομασία στήλη της Ροζέττας, από τον τόπο στον οποίο είχε ανακαλυφθεί, είχε δημοσιευτεί μέσα στην Περιγραφή της Αιγύπτου. Ο επιστημονικός κόσμος είχε ενδιαφερθεί αμέσως γι’αυτήν εξαιτίας της σπουδαιότητάς της. Πράγματι, από τις τρεις γραφές που είχαν χρησιμοποιηθεί, η μία συγκροτούνταν από εικονιστικά σημεία, ίδια με εκείνα που μπορούσε κανείς να δει πάνω στα αιγυπτιακά μνημεία που σώζονταν ακόμα, ήταν η γραφή που από την εποχή του Κλήμεντα του Αλεξανδρέα την αποκαλούσαν ιερογλυφική (ιεροί χαρακτήρες). Η άλλη, τέλος, που είχε πολύ διαφορετική όψη, και αναλογίες με την αραβική, έπρεπε να ήταν η δημοτική (κοινή), η επισεσυρμένη γραφή που χρησιμοποιούσαν στα λαϊκά έγγραφα. Παραδέχτηκαν αμέσως, και δικαιολογημένα, πως το ιερογλυφικό και το δημοτικό κείμενο μετέφραζαν το ελληνικό κείμενο. Το πρόβλημα φαινόταν απλό: με δεδομένο ένα γνωστό κείμενο, μεταφρασμένο σε μια άγνωστη γλώσσα, να αποκρυπτογραφηθεί η γλώσσα αυτή, δηλαδή: να ξαναβρεθεί η θέση των λέξεων (καθώς τα αιγυπτιακά κείμενα, ακριβώς άλλωστε όπως και το ελληνικό κείμενο, δεν χώριζαν μεταξύ τους τις λέξεις), η σημασία τους, η γραμματική τους λειτουργία. Τα καλύτερα μυαλά της εποχής απέτυχαν, ωστόσο, μπροστά σ’αυτό το τόσο εύκολο φαινομενικά, πρόβλημα. Πρέπει άλλωστε να προσθέσουμε πως το πρόβλημα δεν έμπαινε με τόσον απλό τρόπο όπως το παρουσιάσαμε. Η αρχή της ιερογλυφικής επιγραφής ήταν σπασμένη και δεν ήξεραν πόσες σειρές έλειπαν, μόνο το δημοτικό κείμενο ήταν ακέραιο. Ο Akerblad και ο Sylvestre de Sacy καταπιάστηκαν, λοιπόν, αρχικά με αυτό το τελευταίο, πέτυχαν να εντοπίσουν τη θέση των ονομάτων του Πτολεμαίου μέσα στο κείμενο, αλλά δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν περισσότερο. Ο Young, ο περίφημος Άγγλος γιατρός και φυσικός, προσέγγισε το ιερογλυφικό κείμενο, κατάφερε και αυτός να προσδιορίσει τη θέση του ονόματος του Πτολεμαίου και, χρησιμοποιώντας τους ήχους που είχε πιστέψει πως μπόρεσε να απομονώσει έτσι, προσπάθησε να διαβάσει την υπόλοιπη επιγραφή, μα δεν μπόρεσε να το καταφέρει. Ήταν η στιγμή της επέμβασης του Champollion. Eίχε παρακολουθήσει με πάθος τις έρευνες των προδρόμων του. Στην πραγματικότητα, αυτοί είχαν σταματήσει εξαιτίας ενός μεθοδολογικού ζητήματος. Ήταν τα αιγυπτιακά γραφή ιδειγραφική, όπου κάθε σημείο απεικονίζει μια ιδέα, ή φωνητική, όπου κάθε σημείο παριστάνει έναν ήχο, όπως στις νεότερες γλώσσες μας. Και ποιον ήχο. Αλφαβητικό ή συλλαβικό. Ο ίδιος ο Champollion δίστασε για πολύ. Ανακάλυψε πρώτα ότι, όπως στα εβραικά και στα αρχαία αραβικά, ήταν γραμμένα μόνο τα σύμφωνα. Τα φωνήεντα είχαν παραλειφθεί, δεν είχαμε επομένως παρά τον σκελετό των λέξεων. Ξαφνικά από την πολλή ψηλάφηση και το στριφογύρισμα του προβλήματος στο μυαλό του, διέβλεψε την αλήθεια. Το αιγυπτιακό κείμενο εμπεριείχε, προφανώς, λαμβάνοντας υπόψη τον ακρωτηριασμό του, πολύ περισσότερα σημεία από το ελληνικό κείμενο, έπρεπε πριν από όλα να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο. Ο Champollion κατάλαβε ξαφνικά πως αυτή η υπεραφθονία σημείων οφειλόταν στο γεγονός ότι τα αιγυπτιακά ήταν συγχρόνως ιδεογραφικά και φωνητικά. Με άλλα λόγια εμπεριείχαν σημεία που διαβάζονταν και άλλα που δεν διαβάζονταν, και που βρίσκονταν εκεί μόνο για να διευκρινίσουν τη σημασία της λέξης. Εφαρμόζοντας τα ευρήματά του, ο Champollion διάβασε καταρχήν όλα τα ονόματα των Ελλήνων ηγεμόνων που ήταν μεταφρασμένα στα αιγυπτιακά, έπειτα, σε λίγο, καταπιάστηκε με τις καθαυτό αιγυπτιακές λέξεις. Με στήριγμά του τη γνώση που είχε της κοπτικής γλώσσας, όχι μόνο διάβασε πάνω σε ένα άλλο μνημείο το περίφημο όνομα του Ραμσή, αλλά και το κατάλαβε: «Ο Ρα [ο βασιλιάς ήλιος] τον γέννησε.» Το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει, καταλάβαινε τα ιερογλυφικά (1822). Από τη στιγμή εκείνη, μέσα σε μία απαράμιλλη ζέση εργασίας, προσπάθησε και καταπιάστηκε με όλα τα αιγυπτιακά κείμενα που μπόρεσε να βρει, και κάθε φορά ξεπερνούσε όλες τις δυσκολίες. Το 1832, δέκα χρόνια ύστερα από την αρχική του ανακάλυψη, έγραφε μια γραμματική της αιγυπτιακής γλώσσας και άρχιζε ένα λεξικό. Κατά τη διάρκεια μιας αποστολής στην Αίγυπτο είχε συγκεντρώσει τη θαυμάσια σειρά του των Μνημείων της Αιγύπτου και της Νουβίας [Monuments de l’Egypte et de la Nubie] και ετοιμαζόταν να αντλήσει από την εργασία του ένα μάθημα για το Κολλέγιο της Γαλλίας [Collège de France], όταν πέθανε, σαρανταδύο χρονών, εξαντλημένος από τη θαυμαστή προσπάθεια που μόλις πριν λίγο είχε καταβάλλει.

Βιβλιογραφία ειδικά για την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών: Lettre à M. Dacier, relative à l’alphabet des hiéroglyphes phonétiques, par M. Champollion le Jeune, A fontfroide, Bibliothèque artistique et littéraire, MCM.LXXX.IX. (1839). H επανέκδοσή του πραγματοποιήθηκε το 1988 στο Montpellier σε συνδυασμό με το άρθρο του καθηγητή και επιστημονικού διευθυντή του γαλλο-αιγυπτιακού κέντρου των ναών του Καρνάκ, Jean-Claude Goyon, με τίτλο La bataille des hiéroglyphes.

Απόσπασμα από Jean Vercoutter, Η Αρχαία Αίγυπτος, Εκδόσεις Ινστιτούτο του Βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Σειρά «Τι ξέρω», Αθήνα 1994, σελ. 13-17. [Μεταφράστρια Αριστέα Παρίση].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου